απαλύνω


απαλύνω
[апалино] р. смягчат размягчать.end

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "απαλύνω" в других словарях:

  • απαλύνω — απαλύνω, απάλυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἁπαλύνω — ἁ̱παλύ̱νω , ἁπαλύνω soften aor ind mid 2nd sg (doric aeolic) ἁπαλύ̱νω , ἁπαλύνω soften aor subj act 1st sg ἁπαλύ̱νω , ἁπαλύνω soften pres subj act 1st sg ἁπαλύ̱νω , ἁπαλύνω soften pres ind act 1st sg ἁπαλύ̱νω , ἁπαλύνω soften aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απαλύνω — κ. απαλαίνω (Α ἁπαλύνω) νεοελλ. μτφ. ανακουφίζω, μετριάζω καταπραΰνω αρχ. 1. κάνω κάτι μαλακό, τρυφερό, μαλακώνω 2. κάνω κάτι παχύ 3. παθ. μτφ. καταπραΰνομαι, μαλακώνω …   Dictionary of Greek

  • απαλύνω — (και απαλαίνω), άλυνα, κάνω κάτι απαλό, μαλακώνω: Τα λόγια που του είπε ο φίλος του απάλυναν κάπως τον πόνο του. Ουσ., απάλυνση, η μαλάκωμα, κατευνασμός: Η απάλυνση στις σχέσεις τους ήταν προσωρινή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απαλαίνω — απαλύνω …   Dictionary of Greek

  • ἁπαλυνεῖ — ἁπαλύνω soften fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic aeolic) ἁπαλύνω soften fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁπαλῦνον — ἁπαλύνω soften pres part act masc voc sg ἁπαλύνω soften pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡπαλύνθην — ἁπαλύνω soften aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἁπαλύνω soften aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁπαλυνθεῖσα — ἁπαλύνω soften aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁπαλυνθείς — ἁπαλύνω soften aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)